αναρτώμαι


αναρτώμαι
αναρτώμαι, αναρτήθηκα, αναρτημένος βλ. πίν. 61

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναρτώμαι — ἀναρτῶμαι ( έομαι) (Α) είμαι έτοιμος ή προετοιμασμένος να κάνω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α) * + αρτέομαι «προετοιμάζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • υπερκρεμάννυμι — ΜΑ (συν. παθ.) ὑπερκρεμάννυμαι αναρτώμαι πάνω από κάποιον και, κυρίως, αναρτώμαι για χάρη κάποιου («χὠς ἀριστεῑον σφέων ὑπερκρεμασθείς, Χριστ. Πασχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + κρεμάννυμι «κρεμώ»] …   Dictionary of Greek

  • παραιωρώ — έω, Α 1. κρεμώ, αναρτώ κάτι κοντά σε κάποιον ή σε κάτι («Μαρσύαο... δέρμα παρῃώρησε φυτῷ», Νόνν.) 2. (μέσ. παθ.) παραιωροῡμαι, έομαι α) κρέμομαι, αναρτώμαι κοντά σε κάτι β) (για πρόσ.) βρίσκομαι σε κίνδυνο και προσπαθώ να κρεμαστώ από κάτι για να …   Dictionary of Greek